χαλκοπώλης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλκοπώλης < χαλκός + -πώλης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαλκοπώλης αρσενικό

  1. αυτός που πουλάει χάλκινα προϊόντα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]