χαλκοπώλης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλκοπώλης < χαλκός + -πώλης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαλκοπώλης αρσενικό

  1. αυτός που πουλάει χάλκινα προϊόντα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]