χειρονομώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειρονομώ < αρχαία ελληνική χειρονομέω, -ῶ < χείρ + νέμω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χειρονομώ , πρτ.: χειρονομούσα, στ.μέλλ.: θα χειρονομήσω, αόρ.: χειρονόμησα

  • κάνω χειρονομίες, συνοδεύω τα λόγια μου με κινήσεις των χεριών ή εκφράζομαι με τα χέρια χωρίς να μιλώ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]