χολολιθίαση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χολολιθίαση < (καθαρεύουσα) χολολιθίασις < (χολή) χολο- + λιθίασις
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χολολιθίαση θηλυκό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χολολιθίαση