χρονοδιακόπτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χρονοδιακόπτης χρονοδιακόπτες
γενική χρονοδιακόπτη χρονοδιακοπτών
αιτιατική χρονοδιακόπτη χρονοδιακόπτες
κλητική χρονοδιακόπτη χρονοδιακόπτες
δύσχρηστη η γενική πληθυντικού

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρονοδιακόπτης < χρόνος και διακόπτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρονοδιακόπτης αρσενικό

  1. ωρολογιακός μηχανισμός που ρυθμίζει τη χρονική διάρκεια λειτουργίας μιας συσκευής


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]