χρώση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρώση < αρχαία ελληνική χρῶσις < χρώννυμι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρώση θηλυκό

  1. βαφή το να βάψει κάποιος κάτι
  2. (ιατρ) η επεξεργασία ιστού με αποτέλεσμα τη επίτευξη χρωματικής διαφοροποίησης για την διάκριση δομών (συνηθέστερα κυττάρων)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]