ψαθάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψαθάς ψαθάδες
γενική ψαθά ψαθάδων
αιτιατική ψαθά ψαθάδες
κλητική ψαθά ψαθάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαθάς < ψάθα < ψίαθος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψαθάς αρσενικό(θηλυκό ψαθού)

  1. αυτός που -παλιότερα κυρίως- εμπορευόταν ψάθα ή επεξεργαζόταν την ψάθα για την κατασκευή και επισκευή ψάθινων ειδών, ο ψαθοποιός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]