ψυχοθεραπεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ψυχοθεραπεία οι ψυχοθεραπείες
      γενική της ψυχοθεραπείας των ψυχοθεραπειών
    αιτιατική την ψυχοθεραπεία τις ψυχοθεραπείες
     κλητική ψυχοθεραπεία ψυχοθεραπείες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυχοθεραπεία < ψυχή + -θεραπεία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψυχοθεραπεία θηλυκό (πιο δόκιμο στον ενικό)

  1. η βελτίωση της ψυχικής κατάστασης του ατόμου με ειδική διαδικασία, σε αντιδιαστολή συνήθως προς τη φαρμακοθεραπεία, αλλά μερικές φορές και σε συνδυασμό με αυτήν
  2. θεραπεία που προϋποθέτει συναντήσεις με ειδικό (ψυχίατρο, ψυχολόγο ή όποιον άλλο κρίνει ως κατάλληλο η νομοθεσία κάθε κράτους)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]