Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀρτηρία

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αρτηρία

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀρτηρί αἱ ἀρτηρίαι
      γενική τῆς ἀρτηρίᾱς τῶν ἀρτηριῶν
      δοτική τῇ ἀρτηρί ταῖς ἀρτηρίαις
    αιτιατική τὴν ἀρτηρίᾱν τὰς ἀρτηρίᾱς
     κλητική ! ἀρτηρί ἀρτηρίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀρτηρί
γεν-δοτ τοῖν  ἀρτηρίαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀρτηρία < ἀϜερτηρία < ἀρτῶ (: κρεμώ)
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: λατινικά: arteria

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀρτηρία θηλυκό

  1. (ανατομία) η αρτηρία
      5ος πκε αιώνας Ἱπποκράτης, Περὶ ἄρθρων ἐμβολῆς, (De articulis), 45 @scaife.perseus
    αἱ δὲ φλεβῶν καὶ ἀρτηριῶν
  2. (ανατομία) μεγάλη αρτηρία, σωλήνας της τραχείας
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Περὶ ἀναπνοῆς, 473a
    ἔστι γὰρ καὶ διὰ τῆς ἀρτηρίας ἐκ τῶν στηθῶν ἀναπνοὴ καὶ ἡ διὰ τῶν μυκτήρων
     συνώνυμα:  τραχεῖα ἀρτηρία, βρόγχος, γαργαρεών
  3. (ανατομία) η αορτή
     συνώνυμα:  ἀορτή
  4. ((ανατομία), στον πληθυντικό)
  1. οι ουρητήρες
  2. οι βρόγχοι
 συνώνυμα:  βρόγχια

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]