ἀρτηρία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: αρτηρία

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀρτηρία ἀρτηρία ἀρτηρίαι
Γενική ἀρτηρίας ἀρτηρίαιν ἀρτηριῶν
Δοτική ἀρτηρί ἀρτηρίαιν ἀρτηρίαις
Αιτιατική ἀρτηρίαν ἀρτηρία ἀρτηρίας
Κλητική ἀρτηρία ἀρτηρία ἀρτηρίαι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀρτηρία < ἀϜερτηρία < ἀρτῶ (: κρεμώ)

Κατά άλλους: Αρτηρία<αήρ(αέρας)+τηρώ (προσέχω,φέρω)= φέρει αέρα (οξυγόνο) στο σώμα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀρτηρία θηλυκό

  1. η αρτηρία
    ἔστι γὰρ καὶ διὰ τῆς ἀρτηρίας ἐκ τῶν στηθῶν ἀναπνοὴ καὶ ἡ διὰ τῶν μυκτήρων (Αριστοτέλης, Περὶ ἀναπνοῆς)