Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἄρβα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Άρβα

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Ἄρβ αἱ Ἄρβαι
      γενική τῆς Ἄρβης τῶν Ἀρβῶν
      δοτική τῇ Ἄρβ ταῖς Ἄρβαις
    αιτιατική τὴν Ἄρβᾰν τὰς Ἄρβᾱς
     κλητική ! Ἄρβ Ἄρβαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἄρβ
γεν-δοτ τοῖν  Ἄρβαιν
1η κλίση, ομάδα 'γλῶσσα', Κατηγορία 'δόξα' όπως «δόξα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἄρβα < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἄρβα θηλυκό

  • πόλη της Αχαΐας
  • νησί και πόλη της Βόρειας Αδριατικής, το Rab της σημερινής Κροατίας