ὑπαπαντή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὑπαπαντή ὑπαπαντά ὑπαπανταί
Γενική ὑπαπαντῆς ὑπαπανταῖν ὑπαπαντῶν
Δοτική ὑπαπαντ ὑπαπανταῖν ὑπαπανταῖς
Αιτιατική ὑπαπαντήν ὑπαπαντά ὑπαπαντάς
Κλητική ὑπαπαντή ὑπαπαντά ὑπαπανταί

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὑπαπαντή < ὑπαπαντάω < ὑπό + ἀπαντάω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὑπαπαντή

  1. (ελληνιστική κοινή) προϋπάντηση
  2. (μεσαιωνική ελληνική) Υπαπαντή

Συνώνυμα[επεξεργασία]