Erzeugnis

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Γερμανικά (de) [edit]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Erzeugnis die Erzeugnisse
γενική des Erzeugnisses der Erzeugnisse
δοτική dem Erzeugnis den Erzeugnissen
αιτιατική das Erzeugnis die Erzeugnisse

Erzeugnis (de) ουδέτερο (πληθυντικός: die Artikel)


Συνώνυμα[edit]

Δείτε επίσης[edit]