Μετάβαση στο περιεχόμενο

Hasen

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

Hasen (de) αρσενικό



Φινλανδικά (fi)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Hasen < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Hasen αρσενικό

  • Finnish Digital and Population Information Agency, ανακτήθηκε στις 1/8/2023, ενημέρωση δημοτολογίου μέχρι τις 31/7/2023 , φύλλο Miehet kaikki



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Hasen < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Hasen αρσενικό ή θηλυκό

  • Last names with at least 10 bearers among persons registered on 31 December of each year. Year 1999 - 2020, Statistics Sweden