Hase

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : hase

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Hase die Hasen
γενική des Hasen der Hasen
δοτική dem Hasen den Hasen
αιτιατική den Hasen die Hasen


Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Hase 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Hase (de) (πληθυντικός Hasen) αρσενικό, Häsin θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • alter Hase - παλιά καραβάνα, μάστορας (άνθρωπος με μεγάλη εμπειρία πάνω σε κάτι)
    Er ist ein alter Hase im Schwimmen. - Είναι παλιά καραβάνα στην κολύμβηση.

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Hase (de)