Hase

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: hase

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Hase die Hasen
γενική des Hasen der Hasen
δοτική dem Hasen den Hasen
αιτιατική den Hasen die Hasen


Προφορά[επεξεργασία]

Hase 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Hase (de) (πληθυντικός Hasen) αρσενικό, Häsin θηλυκό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • alter Hase - παλιά καραβάνα, μάστορας (άνθρωπος με μεγάλη εμπειρία πάνω σε κάτι)
    Er ist ein alter Hase im Schwimmen. - Είναι παλιά καραβάνα στην κολύμβηση.

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Hase (de)