Konstrukteur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Konstrukteur die Konstrukteure
γενική des Konstrukteurs der Konstrukteure
δοτική dem Konstrukteur den Konstrukteuren
αιτιατική den Konstrukteur die Konstrukteure

Konstrukteur (de) αρσενικό (θηλυκό Konstrukteurin)

  1. κατασκευαστής
  2. εργολάβος