Kuchen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Küchen

Γερμανικά (de)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Kuchen die Kuchen
γενική des Kuchens der Kuchen
δοτική dem Kuchen den Kuchen
αιτιατική den Kuchen die Kuchen

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Kuchen < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική kuoche < παλαιά άνω γερμανική kuohho [1] [2]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkuːxn̩/
 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Kuchen (de) αρσενικό

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • Kuchen στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. «Kuchen» - Duden online.
  2. «Kuchen» - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).