Μετάβαση στο περιεχόμενο

Lumpen

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Lumpen die Lumpen
γενική des Lumpens der Lumpen
δοτική dem Lumpen den Lumpen
αιτιατική den Lumpen die Lumpen

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Lumpen < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική lumpe < πρωτογερμανική *limpaną < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)lemb- / *(s)lembʰ- [1]
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: λούμπεν

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈlʊmpən/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Lumpen (de) αρσενικό

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Lumpen#Etymology στο αγγλικό Βικιλεξικό
  • Lumpen - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).
  • Lumpen - Duden online.