Motiv

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Motiv die Motive
γενική des Motivs der Motive
δοτική dem Motiv den Motiven
αιτιατική das Motiv die Motive

Motiv (de) ουδέτερο

  1. το κίνητρο, το αίτιο
  2. (μουσική) το μοτίβο
  3. (λογοτεχνία) το θέμα
  4. (ζωγραφική) το θέμα