μοτίβο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | μοτίβο | τα | μοτίβα |
| γενική | του | μοτίβου | των | μοτίβων |
| αιτιατική | το | μοτίβο | τα | μοτίβα |
| κλητική | μοτίβο | μοτίβα | ||
| Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μοτίβο < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μοτίβο ουδέτερο
- σχέδιο ή κατάσταση που προκύπτει από επαναλαμβανόμενο στοιχεία
- ※ τα μοτίβα αυτά είναι κυρίαρχα: τα νέα ήθη, τα λούσα, οι διασκεδάσεις, η κοσμική ζωή, η μόδα, απειλούν και υπομονεύουν την οικογένεια αλλά και παραδοσιακούς θεσμούς και αξίες γενικότερες (Σάτιρα και πολιτική στη νεώτερη Ελλάδα: από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού & Γενικής Παιδείας, 1979, σελ. 95)
- γενικό πλάνο που συνήθως αποτελείται από γεωμετρικά συναφή μέρη