Μετάβαση στο περιεχόμενο

μοτίβο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μοτίβο τα μοτίβα
      γενική του μοτίβου των μοτίβων
    αιτιατική το μοτίβο τα μοτίβα
     κλητική μοτίβο μοτίβα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μοτίβο < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μοτίβο ουδέτερο

  1. σχέδιο ή κατάσταση που προκύπτει από επαναλαμβανόμενο στοιχεία
      τα μοτίβα αυτά είναι κυρίαρχα: τα νέα ήθη, τα λούσα, οι διασκεδάσεις, η κοσμική ζωή, η μόδα, απειλούν και υπομονεύουν την οικογένεια αλλά και παραδοσιακούς θεσμούς και αξίες γενικότερες (Σάτιρα και πολιτική στη νεώτερη Ελλάδα: από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού & Γενικής Παιδείας, 1979, σελ. 95)
  2. γενικό πλάνο που συνήθως αποτελείται από γεωμετρικά συναφή μέρη

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]