Oma

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Oma die Omas
γενική der Oma der Omas
δοτική der Oma den Omas
αιτιατική die Oma die Omas

Oma (de) θηλυκό ή Omi (de)

  • (φιλικά, ειδικά στη γλώσσα των παιδιών) η γιαγιά