Spritze

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Spritze die Spritzen
γενική der Spritze der Spritzen
δοτική der Spritze den Spritzen
αιτιατική die Spritze die Spritzen

Spritze (de) θηλυκό

  1. η σύριγγα
  2. η ένεση
Συνώνυμα: die Injektion (de)