Unterstützung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Unterstützung < unterstützen

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Unterstützung die Unterstützungen
γενική der Unterstützung der Unterstützungen
δοτική der Unterstützung den Unterstützungen
αιτιατική die Unterstützung die Unterstützungen

Unterstützung (de) θηλυκό

  1. υποστήριξη, συμπαράσταση
  2. οικονομική βοήθεια