Verbrecher

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Verbrecher die Verbrecher
γενική des Verbrechers der Verbrecher
δοτική dem Verbrecher den Verbrechern
αιτιατική den Verbrecher die Verbrecher


Προφορά[επεξεργασία]

Verbrecher 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Verbrecher (de) αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]