εγκληματίας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο/η | εγκληματίας | οι | εγκληματίες |
| γενική | του/της | εγκληματία | των | εγκληματιών |
| αιτιατική | τον/την | εγκληματία | τους/τις | εγκληματίες |
| κλητική | εγκληματία | εγκληματίες | ||
| Στη γενική ενικού για το θηλυκό, συχνά εκφέρεται τύπος σε -ας. Για την αστάθεια τύπων της γενικής ενικού του θηλυκού, δείτε τα σχόλια στο Παράρτημα: «ταμίας». | ||||
| Κατηγορία όπως «ταμίας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /eŋ.ɡli.maˈti.as/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐γκλη‐μα‐τί‐ας
- παλιότερος συλλαβισμός : εγ‐κλη‐μα‐τί‐ας
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εγκληματίας αρσενικό ή θηλυκό
- που έχει αποδεδειγμένα διαπράξει έγκλημα, βαρύ ποινικό αδίκημα
- ※ H εξάπλωση του Ιντερνετ έφερε την τεχνογνωσία της δικτυοπειρατείας (hacking) στα χέρια απατεώνων, η δράση και τα κίνητρα των οποίων δεν διαφέρουν από αυτά των κοινών εγκληματιών. Οικονομικό όφελος, ξέπλυμα χρήματος, κλοπές, πόλεμος συμφερόντων, δολιοφθορά, κατασκοπεία. (Δικτυοπειρατεία με νέες μεθόδους, εφημ. Καθημερινή, 21/11/2004 )
- (μεταφορικά, σε σχήμα υπερβολής) που έχει κάνει κάτι ηθικά απαράδεκτο
Συγγενικά
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί Όροι
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ εγκληματίας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ταμίας' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ίας (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)