Verhängnis

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Verhängnis die Verhängnisse
γενική des Verhängnisses der Verhängnisse
δοτική dem Verhängnis den Verhängnissen
αιτιατική das Verhängnis die Verhängnisse

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Verhängnis < verhängen + -nis

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Verhängnis (de) ουδέτερο

  1. μοίρα, πεπρωμένο