Zeugnis

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Zeugnis die Zeugnisse
γενική des Zeugnisses der Zeugnisse
δοτική dem Zeugnis den Zeugnissen
αιτιατική das Zeugnis die Zeugnisse

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Zeugnis < Zeug(e) + -nis

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈʦɔɪ̯knɪs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Zeugnis (de) αρσενικό

  1. το πιστοποιητικό
  2. το ενδεικτικό, ο έλεγχος
  3. η απόδειξη
  4. η μαρτυρία