affirmative
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | affirmative |
| συγκριτικός | more affirmative |
| υπερθετικός | most affirmative |
Επίθετο
[επεξεργασία]affirmative (en)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- affirmative, θηλυκό του affirmatif
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| affirmative | affirmatives |
affirmative (fr) θηλυκό