angelo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

angelo < λατινική angelus, από την αρχ. ελληνική: ἄγγελος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
angelo angeli

angelo (it)

  1. ο άγγελος, ουράνιο πλάσμα
  2. (μεταφορικά) ένα πρόσωπο με μεγάλη καλοσύνη και αρετή