angelo
Εμφάνιση
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| angelo | angeli |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- angelo < λατινική angelus < αρχαία ελληνική ἄγγελος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈan.d͡ʒe.lo/
- ⓘ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]angelo (it) αρσενικό