Μετάβαση στο περιεχόμενο

assured

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός assured
συγκριτικός more assured
υπερθετικός most assured

assured (en)

  • σίγουρος, κάποιος είναι σίγουρο ότι θα πάρει κάτι
    παράδειγμα  Are you assured of success?
    Είσαι σίγουρος για την επιτυχία;
    παράδειγμα  You may be rest assured that…
    Μπορείτε να είστε σίγουρος ότι…
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη certain

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

assured (en)