bark

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bark (en)

  1. το γάβγισμα
  2. ο φλοιός / η φλούδα των δέντρων
  3. ιστιοφόρο


Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

bark (en)

  1. γαβγίζω
  2. ξεστομίζω απότομα ή επιθετικά
  3. αφαιρώ τον φλοιό, ξεφλουδίζω



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

bark 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bark (pl) αρσενικό

  1. (ανατομία) ώμος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]