bark

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bark (en)

  1. το γάβγισμα
  2. ο φλοιός / η φλούδα των δέντρων
  3. ιστιοφόρο


Ρήμα[επεξεργασία]

bark (en)

  1. γαβγίζω
  2. ξεστομίζω απότομα ή επιθετικά
  3. αφαιρώ τον φλοιό, ξεφλουδίζω



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

bark 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bark (pl) αρσενικό

  1. (ανατομία) ώμος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]