blue

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

blue (en)

  1. μπλε
  2. (μεταφορικά) θλιμμένος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]