break off

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

break off (en)

  1. κόβω, τεμαχίζω
  2. χωρίζω (για σχέσεις)
  3. σταματώ, διακόπτω