brigadier

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

brigadier (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

brigadier < → δείτε τις λέξεις: brigade και -ier

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bʁi.ɡa.dje/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό brigadier brigadiers
θηλυκό brigadière brigadières

brigadier (fr)

  1. (στρατιωτικός όρος) ταξίαρχος
  2. (στρατιωτικός όρος) σε ορισμένα σώματα, βαθμός ισάξιος του δεκανέα
  3. υπαξιωματικός της αστυνομίας
  4. μέλος σώματος με ειδικές αρμοδιότητες
  5. στο θέατρο, μπαστούνι με το οποίο χτυπούν τρεις φορές για να αρχίσει το θεατρικό έργο

Σύνθετα[επεξεργασία]