δεκανέας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο/η | δεκανέας | οι | δεκανείς |
| γενική | του του/της |
δεκανέα δεκανέως |
των | δεκανέων |
| αιτιατική | τον/τη | δεκανέα | τους/τις | δεκανείς |
| κλητική | δεκανέα | δεκανείς | ||
| Ο πρώτος τύπος της γενικής ενικού, μόνο για το αρσενικό. Ο δεύτερος τύπος, και για τα δύο γένη, είναι λόγιος. | ||||
| Κατηγορία όπως «συγγραφέας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δεκανέας αρσενικό ή θηλυκό
- (στρατιωτικός βαθμός) ο κατώτερος βαθμός του στρατού ξηράς, αμέσως κατώτερος του λοχία. Ανήκει στους υπαξιωματικούς. Συντομογραφία: δνέας
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- λοχίας (↑ανώτερος)
- υποδεκανέας (↓κατώτερος)
- δίοπος (ναυτικό)
- υποσμηνίας (αεροπορία)
-
δεκανέας στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- δεκανέας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- δεκανέας - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)