δίοπος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δίοπος δίοποι
γενική διόπου
& δίοπου
διόπων
& δίοπων
αιτιατική δίοπο διόπους
& δίοπους
κλητική δίοπε δίοποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίοπος < αρχαία ελληνική δίοπος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίοπος αρσενικό

  1. ο κατώτερος βαθμός στο πολεμικό ναυτικό αντίστοιχος του δεκανέα στο στρατό ξηράς


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίοπος < διέπω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίοπος

  1. κυβερνήτης, διοικητής
  2. κυβερνήτης πλοίου

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίοπος < δι- + ὀπή

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δίοπος

  1. που έχει δύο τρύπες