come on

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

come on < → δείτε τις λέξεις come και on


come on (en)

  • έλα, εμπρός, άντε, για έντονη προτροπή ή προσταγή
    Come on, don’t be a fool.
    Έλα, μην είσαι ανόητος!
    Come on, tell me what you want.
    Εμπρός πες μας τι θέλεις.
    Come on and get started, don’t wast time.
    Εμπρός ξεκινά, μη χασομεράς.
    Come on, get up and let’s go!
    Άντε, σηκωθείτε να πηγαίνουμε!

Άλλες μορφές[επεξεργασία]


ενεστώτας come on
γ΄ ενικό ενεστώτα comes on
αόριστος came on
παθητική μετοχή come on
ενεργητική μετοχή coming on

come on (en)

  1. (αμετάβατο) αρχίζω να πέφτω
    The rain came on again, worse than before.
    Ξανάρχισε να πέφτει η βροχή, χειρότερα από πριν.
  2. (αμετάβατο) ανάβω, κάτι αρχίζει να λειτουργεί
    What time does the heat/do the lights in the street come on?
    Τι ώρα ανάβει το καλοριφέρ/το φως στο δρόμο;
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη switch on