dais

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
dais dais

dais (fr) αρσενικό

  1. ο ουρανός έδρας, θρόνου, κρεβατιού
  2. Πρότυπο:εκκλ ο αήρ, με τον οποίο σκεπάζει ο ιερέας το Αγιο Ποτήριο
  3. θόλος πάνω από άγαλμα

Ομώνυμα[επεξεργασία]