αήρ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἀήρ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αήρ αέρες
γενική αέρος αέρων
αιτιατική αέρα αέρας
κλητική αήρ αέρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αήρ < αρχαία ελληνική ἀήρ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αήρ αρσενικό

  1. (καθαρεύουσα) ο αέρας
  2. (θρησκεία) μικρό ύφασμα που καλύπτει στην Αγία Τράπεζα, που καλύπτει εκκλησιαστικά σκεύη (το Άγιο Ποτήριο ή τον Άγιο Δίσκο)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: αέρας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]