άγαλμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άγαλμα αγάλματα
γενική αγάλματος αγαλμάτων
αιτιατική άγαλμα αγάλματα
κλητική άγαλμα αγάλματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άγαλμα < αρχαία ελληνική ἄγαλμα < ἀγάλλομαι - ἀγάλλω (δοξάζομαι - δοξάζω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈa.ɣal.ma/
ο Δαβίδ, του Μιχαήλ Άγγελου

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άγαλμα ουδέτερο

  1. τρισδιάστατο γλυπτό έργο τέχνης, που αναπαριστά συνήθως άνθρωπο ή ζώο
    το άγαλμα του Κολοκοτρώνη
  2. (μεταφορικά) ακίνητος, παγωμένος, αποσβολωμένοςβλέπε έκφραση: μένω άγαλμα
    έμεινε άγαλμα με τα όσα άκουσε
  3. υδρόζωο, γένος κοιλεντερωτών σιφωνοφόρων που ζει σε αποικίες

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

:-) Εικονοχαρακτήρες[επεξεργασία]

  • 🗿 αγαλματοκεφαλή

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]