Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄγαλμα

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ἄγαλμᾰ τὰ ἀγάλμᾰτ
      γενική τοῦ ἀγάλμᾰτος τῶν ἀγαλμᾰ́των
      δοτική τῷ ἀγάλμᾰτ τοῖς ἀγάλμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ ἄγαλμᾰ τὰ ἀγάλμᾰτ
     κλητική ! ἄγαλμᾰ ἀγάλμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀγάλμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  ἀγαλμᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄγαλμα < ἀγάλλω, ἀγαλ- + -μα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄγαλμα ουδέτερο

  1. κάτι που προσφέρει χαρά και αγαλλίαση, το χαρούδι, κάτι το λαμπρό, το καύχημα, το καμάρι, το στολίδι, ο διάκοσμος
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 5 (Τερψιχόρη), 60.1
    Σκαῖος πυγμαχέων με ἑκηβόλῳ Ἀπόλλωνι | νικήσας ἀνέθηκε τεῒν περικαλλὲς ἄγαλμα.
    • Ο Σκαίος, στην πυγμαχία σα νίκησε, σε σένα τον Απόλλωνα, που χτυπάς μακριά, με αφιέρωσε πανέμορφο χαρούδι.
      Χρήστος Ι. Καρούζος, Περικαλλές άγαλμα εξεποίησ' ουκ ἀδαής: Οι αρχαϊκοί Έλληνες για την τέχνη τους, Η βιβλιοθήκη του φιλολόγου, Ι. Θ. Κακριδής (διεύθ.) (Αθήνα: Ίκαρος, 1946), σελ. 7
      Στε: δείτε τη διαφορετική μετάφραση του Σπυρόπουλου στη σημασία «ανάθημα», «τάμα».
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Ἀντιγόνη, στίχ. 1115 (1115-1117)
    πολυώνυμε, Καδμείας ἄγαλμα νύμφας | καὶ Διὸς βαρυβρεμέτα | γένος,
    Ω πολυονόματε της νύφης της Καδμείας καμάρι | και του βαρύβροντου του Δία | βλαστάρι,
    Μετάφραση (1940): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα: Εστία @greeklanguage.gr
    αἱ δὲ σάρκες αἱ κεναὶ φρενῶν | ἀγάλματ᾽ ἀγορᾶς εἰσιν (Ευριπίδης, Ηλέκτρα, 387-8)
  2. ανάθημα, τάμα, προσφορά στους θεούς
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 3 (γ. Ἰθακησίων ἐκκλησία καὶ Τηλεμάχου ἀποδημία.), στίχ. 274 (273-275)
    πολλὰ δὲ μηρία κῆε θεῶν ἱεροῖς ἐπὶ βωμοῖς, | πολλὰ δ᾽ ἀγάλματ᾽ ἀνῆψεν, ὑφάσματά τε χρυσόν τε, | ἐκτελέσας μέγα ἔργον, ὃ οὔ ποτε ἔλπετο θυμῷ
    Στο μεταξύ έκαιγε στους θεούς, πάνω στους ιερούς βωμούς, | μεριά πολλά, κρέμασε και πολλά αναθήματα, χρυσαφικά και υφάσματα, | για το μεγάλο του έργο, αυτό που ανέλπιστα έφερε σε πέρας.
    Μετάφραση σε ελεύθερο στίχο (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greeklanguage.gr
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 5 (Τερψιχόρη), 60.1
    Σκαῖος πυγμαχέων με ἑκηβόλῳ Ἀπόλλωνι
    νικήσας ἀνέθηκε τεῒν περικαλλὲς ἄγαλμα.
    Ο Σκαίος, όταν νίκησε σ᾽ αγώνα πυγμαχίας, σε σένα, που το στόχο, Απόλλωνα,
    δε χάνεις, μ᾽ ανάθεσε, τάμα ακριβό, ματιών χαρά ακέρια.
    Μετάφραση (1992): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
  3. ομοίωμα θεότητας, ανδριάντας, καλλιτεχνικό γλυπτό
    παράδειγμα  τὸ τοῦ Διὸς ἄγαλμα
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 4 (Μελπομένη), 189.1
    τὴν δὲ ἄρα ἐσθῆτα καὶ τὰς αἰγίδας τῶν ἀγαλμάτων τῆς Ἀθηναίης ἐκ τῶν Λιβυσσέων ἐποιήσαντο οἱ Ἕλληνες·
    Και βέβαια τη φορεσιά και τις αιγίδες των αγαλμάτων της Αθηνάς τα πήραν οι Έλληνες από τις Λίβυσσες·
    Μετάφραση (1992): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη ἀγάλλω