ἄγαλμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ἄγαλμα ἄγάλματα
γενική ἄγάλματος ἄγαλμάτων
αιτιατική ἄγαλμα ἄγάλματα
κλητική ἄγαλμα ἄγάλματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄγαλμα < αρχαία ελληνική ἄγαλμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄγαλμα ουδέτερο



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἄγαλμα ἀγάλματε ἀγάλματα
Γενική ἀγάλματος ἀγαλμάτοιν ἀγαλμάτων
Δοτική ἀγάλματι ἀγαλμάτοιν ἀγάλμασι
Αιτιατική ἄγαλμα ἀγάλματε ἀγάλματα
Κλητική ἄγαλμα ἀγάλματε ἀγάλματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄγαλμα < ἀγάλλω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄγαλμα ουδέτερο

  1. κάτι που προσφέρει χαρά και αγαλλίαση, κάτι το λαμπρό, το καύχημα, το καμάρι, το στολίδι
    πολυώνυμε, Καδμείας νύμφας ἄγαλμα καὶ Διὸς βαρυβρεμέτα γένος : εσύ με τα χίλια ονόματα, στολίδι της νύφης του Κάδμου και του Δία του βαρυβροντηχτή γενηά (Σοφοκλ. Αντιγ. 1115, μετάφραση Χρηστομάνου)
  2. ανάθημα, τάμα, προσφορά στους θεούς
    ἕτερος δὲ τρίπους.. Σκαῖος πυγμαχέων νικήσας ἀνέθηκε... περικαλλὲς ἄγαλμα. : έναν τρίποδα... που ο Σκαίος όταν/επειδή νίκησε στην πυγμαχία τον αφιέρωσε... ένα θαυμάσιο ανάθημα (Ηρόδοτος, Τερψιχόρη, 60)
  3. ο διάκοσμος
    ἀγάλματ᾽ ἀγορᾶς
  4. ομοίωμα θεότητας, ανδριάντας
    τὸ τοῦ Διὸς ἄγαλμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]