Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἐσθής

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἐσθής αἱ ἐσθῆτες
      γενική τῆς ἐσθῆτος τῶν ἐσθήτων
      δοτική τῇ ἐσθῆτι ταῖς ἐσθῆσι(ν)
    αιτιατική τὴν ἐσθῆτα τὰς ἐσθῆτας
     κλητική ! ἐσθής ἐσθῆτες
3η κλίση, Κατηγορία 'προβλής' όπως «προβλής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἐσθής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐσθής

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /eˈsθis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σθής

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἐσθής θηλυκό



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἐσθής αἱ ἐσθῆτες
      γενική τῆς ἐσθῆτος τῶν ἐσθήτων
      δοτική τῇ ἐσθῆτ ταῖς ἐσθῆσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν ἐσθῆτ τὰς ἐσθῆτᾰς
     κλητική ! ἐσθής ἐσθῆτες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἐσθῆτε
γεν-δοτ τοῖν  ἐσθήτοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'προβλής' όπως «προβλής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἐσθής < παλαιότερος τύπος ἐσθάς < πρωτοελληνική *westʰā́s < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wes- (ντύνω). Ομόρριζα: ἕννυμι (ντύνω)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.stʰɛ̌ːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: σθής

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἐσθής, -ῆτος θηλυκό

  1. (ενδυμασία) ένδυμα, ενδυμασία
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 4 (Μελπομένη), 189.1
    τὴν δὲ ἄρα ἐσθῆτα καὶ τὰς αἰγίδας τῶν ἀγαλμάτων τῆς Ἀθηναίης ἐκ τῶν Λιβυσσέων ἐποιήσαντο οἱ Ἕλληνες·
    Και βέβαια τη φορεσιά και τις αιγίδες των αγαλμάτων της Αθηνάς τα πήραν οι Έλληνες από τις Λίβυσσες·
    Μετάφραση (1992): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
  2. (ελληνιστική κοινή, για την στολή του Μεγάλου Αλεξάνδρου) «ἐσθὴς βασιλική» βασιλική εσθήτα, στολή
      2ος κε αιώνας Ἀρριανός, Ἀνάβασις Ἀλεξάνδρου, 7.3.2
    οἱ δὲ καὶ πομπήν τινα προπομπεῦσαι αὐτοῦ λέγουσιν ἵππους τε καὶ ἄνδρας, τοὺς μὲν ὡπλισμένους, τοὺς δὲ θυμιάματα παντοῖα τῇ πυρᾷ ἐπιφέροντας· οἱ δὲ καὶ ἐκπώματα χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ καὶ ἐσθῆτα βασιλικὴν λέγουσιν ὅτι ἔφερον.
    Μερικοί συγγραφείς αναφέρουν ότι τον Κάλανο ξεπροβόδισαν με τιμητική πομπή άλογα και στρατιώτες, από τους οποίους άλλοι ήταν οπλισμένοι και άλλοι έφεραν παντός είδους θυμιάματα για την πυρά. Άλλοι λένε ότι έφεραν και χρυσά και αργυρά κύπελλα, καθώς και βασιλική στολή.
    Μετάφραση (1986, 1998): Θεόδωρος Χ. Σαρικάκης, Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. @greeklanguage.gr
     συνώνυμα: στολὴ βασιλική

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]