ἐσθής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση) | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | ἐσθής | αἱ | ἐσθῆτες | ||||
| γενική | τῆς | ἐσθῆτος | τῶν | ἐσθήτων | ||||
| δοτική | τῇ | ἐσθῆτι | ταῖς | ἐσθῆσι(ν) | ||||
| αιτιατική | τὴν | ἐσθῆτα | τὰς | ἐσθῆτας | ||||
| κλητική ὦ! | ἐσθής | ἐσθῆτες | ||||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'προβλής' όπως «προβλής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἐσθής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐσθής
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /eˈsθis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ἐ‐σθής
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἐσθής θηλυκό
- (καθαρεύουσα) εσθήτα
- ※ Ἀπήλαυσα δὲ καὶ τοῦτο φαγοῦσα καλοὺς ἰχθύας τὴν Τεσσαρακοστήν, ῥίψασα τὰ ψυχία τῆς τραπέζης μου εἰς τὰ ἀδηφάγα στόματα τῶν ἱερέων καὶ τάς παλαιάς μου ἐσθῆτας δωρήσασα εἰς τὰ ἀγάλματα τῆς Παναγίας.
- 1866 συγγραφέας: Ἐμμανουὴλ Ροΐδης, Ἡ Πάπισσα Ἰωάννα, Μέρος Α΄
- ※ Ἀπήλαυσα δὲ καὶ τοῦτο φαγοῦσα καλοὺς ἰχθύας τὴν Τεσσαρακοστήν, ῥίψασα τὰ ψυχία τῆς τραπέζης μου εἰς τὰ ἀδηφάγα στόματα τῶν ἱερέων καὶ τάς παλαιάς μου ἐσθῆτας δωρήσασα εἰς τὰ ἀγάλματα τῆς Παναγίας.
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | ἐσθής | αἱ | ἐσθῆτες |
| γενική | τῆς | ἐσθῆτος | τῶν | ἐσθήτων |
| δοτική | τῇ | ἐσθῆτῐ | ταῖς | ἐσθῆσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὴν | ἐσθῆτᾰ | τὰς | ἐσθῆτᾰς |
| κλητική ὦ! | ἐσθής | ἐσθῆτες | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἐσθῆτε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἐσθήτοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'προβλής' όπως «προβλής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἐσθής < παλαιότερος τύπος ἐσθάς < πρωτοελληνική *westʰā́s < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wes- (ντύνω). Ομόρριζα: ἕννυμι (ντύνω)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.stʰɛ̌ːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ἐ‐σθής
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἐσθής, -ῆτος θηλυκό
- (ενδυμασία) ένδυμα, ενδυμασία
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 4 (Μελπομένη), 189.1
- τὴν δὲ ἄρα ἐσθῆτα καὶ τὰς αἰγίδας τῶν ἀγαλμάτων τῆς Ἀθηναίης ἐκ τῶν Λιβυσσέων ἐποιήσαντο οἱ Ἕλληνες·
- Και βέβαια τη φορεσιά και τις αιγίδες των αγαλμάτων της Αθηνάς τα πήραν οι Έλληνες από τις Λίβυσσες·
- Μετάφραση (1992): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greek‑language.gr
- τὴν δὲ ἄρα ἐσθῆτα καὶ τὰς αἰγίδας τῶν ἀγαλμάτων τῆς Ἀθηναίης ἐκ τῶν Λιβυσσέων ἐποιήσαντο οἱ Ἕλληνες·
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 4 (Μελπομένη), 189.1
- (ελληνιστική κοινή, για την στολή του Μεγάλου Αλεξάνδρου) «ἐσθὴς βασιλική» βασιλική εσθήτα, στολή
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Ἀρριανός, Ἀνάβασις Ἀλεξάνδρου, 7.3.2
- οἱ δὲ καὶ πομπήν τινα προπομπεῦσαι αὐτοῦ λέγουσιν ἵππους τε καὶ ἄνδρας, τοὺς μὲν ὡπλισμένους, τοὺς δὲ θυμιάματα παντοῖα τῇ πυρᾷ ἐπιφέροντας· οἱ δὲ καὶ ἐκπώματα χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ καὶ ἐσθῆτα βασιλικὴν λέγουσιν ὅτι ἔφερον.
- Μερικοί συγγραφείς αναφέρουν ότι τον Κάλανο ξεπροβόδισαν με τιμητική πομπή άλογα και στρατιώτες, από τους οποίους άλλοι ήταν οπλισμένοι και άλλοι έφεραν παντός είδους θυμιάματα για την πυρά. Άλλοι λένε ότι έφεραν και χρυσά και αργυρά κύπελλα, καθώς και βασιλική στολή.
- Μετάφραση (1986, 1998): Θεόδωρος Χ. Σαρικάκης, Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. @greek‑language.gr
- οἱ δὲ καὶ πομπήν τινα προπομπεῦσαι αὐτοῦ λέγουσιν ἵππους τε καὶ ἄνδρας, τοὺς μὲν ὡπλισμένους, τοὺς δὲ θυμιάματα παντοῖα τῇ πυρᾷ ἐπιφέροντας· οἱ δὲ καὶ ἐκπώματα χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ καὶ ἐσθῆτα βασιλικὴν λέγουσιν ὅτι ἔφερον.
- ≈ συνώνυμα: στολὴ βασιλική
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Ἀρριανός, Ἀνάβασις Ἀλεξάνδρου, 7.3.2
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- δωρικός τύπος : ἐσθάς, -ᾶτος
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ἐσθής - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἐσθής - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (καθαρεύουσα)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (καθαρεύουσα)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (καθαρεύουσα)
- Καθαρεύουσα
- Ουσιαστικά (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα 19ου αιώνα (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Ουσιαστικά με κλίση 'προβλής' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'προβλής' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'προβλής' θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοελληνική (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ενδυμασία (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ηρόδοτο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αρριανό (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)