dock

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dock (en)

  1. η αποβάθρα
  2. το εδώλιο του κατηγορουμένου

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

dock (en)

  1. αράζω
  2. σταθεροποιώ



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
dock docks

dock (fr) αρσενικό

  1. αποβάθρα
  2. αποθήκη, υπόστεγο αποβάθρας λιμανιού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]