drift
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| drift | drifts |
drift (en)
- (ενικός, μη μετρήσιμο) η πορεία, μια αργή σταθερή κίνηση από το ένα μέρος στο άλλο· μια αργή αλλαγή ή εξέλιξη από τη μια κατάσταση στην άλλη, ειδικά σε κάτι κακό
They made attempts to halt the drift towards war.
- Έκαναν προσπάθειες να σταματήσουν την πορεία προς τον πόλεμο.
- ο σωρός από χιόνι
The road was blocked by deep drifts of snow.
- Ο δρόμος ήταν αποκλεισμένος από βαθιά συσσωρευμένα χιόνια.
- (μόνο ενικός) το γενικό νόημα αυτού που λέει ή γράφει κάποιος
I caught the drift of his arguments/of what he said.
- Έπιασα το γενικό νόημα των επιχειρημάτων του/των όσων είπε.
Do you catch my drift?
- Με πιάνεις;/Καταλαβαίνεις πού το πάω;
My German isn't very good, but I got the drift of what she said.
- Τα γερμανικά μου δεν είναι πολύ καλά, αλλά κατάλαβα πάνω-κάτω τι είπε.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | drift |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | drifts |
| αόριστος | drifted |
| παθητική μετοχή | drifted |
| ενεργητική μετοχή | drifting |
drift (en)
- (αμετάβατο, + επίρρημα ή πρόθεση) παρασύρομαι, ξεμακραίνω, ταξιδεύω, περνάω, προχωρώ ομαλά και αργά στο νερό ή στον αέρα
The boat drifted out into the open sea.
- Η βάρκα παρασύρθηκε στ' ανοιχτά.
The two boats slowly drifted apart from each other.
- Οι δύο βάρκες ξεμάκρυναν σιγά-σιγά η μία από την άλλη.
Clouds drifted across the sky.
- Τα σύννεφα ταξίδευαν στον ουρανό.
A cool breeze drifted through the open window.
- Μια δροσερή αύρα πέρασε μέσα από το ανοιχτό παράθυρο.
Sweet smells are drifting across the kitchen.
- Οι μυρουδιές έρχονται με τον αέρα μέσα στην κουζίνα.
- ≈ συνώνυμα: waft (για μυρωδιές)
- (αμετάβατο, + επίρρημα ή πρόθεση) περιπλανιέμαι, πέφτω σιγά-σιγά, κινούμαι κάπου σιγά, ολισθαίνω
Her gaze drifted around the room.
- Το βλέμμα της περιπλανήθηκε μέσα στο δωμάτιο.
He drifted into pessimism.
- Έπεσε σιγά-σιγά στην απαισιοδοξία.
He drifted towards the exit.
- Κινήθηκε σιγά προς την έξοδο.
The country is drifting towards bankruptcy.
- Η χώρα ολισθαίνει (τραβάει) προς τη χρεωκοπία.
- (αμετάβατο, + επίρρημα ή πρόθεση) περιπλανιέμαι, γυρίζω, ξεφεύγω, παρασύρομαι, κάνω κάτι, κάτι συμβαίνει ή αλλάζω χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο ή σκοπό
She drifts from job to job.
- Περιπλανιέται από/Γυρίζει από δουλειά σε δουλειά.
The conversation drifted into politics.
- Η συζήτηση ξέφυγε προς την πολιτική.
He hasn't decided what to do yet—he's just drifting (along).
- Δεν έχει αποφασίσει ακόμα τι να κάνει — απλώς παρασύρεται/πάει με το ρεύμα.
- (αμετάβατο) περιπλανιέμαι, γυρίζω, πηγαίνω από τη μια κατάσταση στην άλλη χωρίς να το καταλάβω
His thoughts drifted back to his childhood.
- Οι σκέψεις του περιπλανήθηκαν στα παιδικά του χρόνια.
Where is your mind drifting to?
- Πού γυρίζει ο νους σου;
- (αμετάβατο) παρασύρομαι, για χιόνι ή άμμο που φυσιέται σε μεγάλους σωρούς από τον άνεμο
The snow, blown by the wind, drifted into tall banks.
- Ο αέρας παρέσυρε/φύσηξε το χιόνι κι έφτιαξε ψηλές στοίβες.
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- drift (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- drift (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 588. ISBN 9780194325684., λήμμα: νόημα