Μετάβαση στο περιεχόμενο

drift

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
drift drifts

drift (en)

  1. (ενικός, μη μετρήσιμο) η πορεία, μια αργή σταθερή κίνηση από το ένα μέρος στο άλλο· μια αργή αλλαγή ή εξέλιξη από τη μια κατάσταση στην άλλη, ειδικά σε κάτι κακό
    παράδειγμα  They made attempts to halt the drift towards war.
    Έκαναν προσπάθειες να σταματήσουν την πορεία προς τον πόλεμο.
  2. ο σωρός από χιόνι
    παράδειγμα  The road was blocked by deep drifts of snow.
    Ο δρόμος ήταν αποκλεισμένος από βαθιά συσσωρευμένα χιόνια.
  3. (μόνο ενικός) το γενικό νόημα αυτού που λέει ή γράφει κάποιος
    παράδειγμα  I caught the drift of his arguments/of what he said.
    Έπιασα το γενικό νόημα των επιχειρημάτων του/των όσων είπε.
    παράδειγμα  Do you catch my drift?
    Με πιάνεις;/Καταλαβαίνεις πού το πάω;
    παράδειγμα  My German isn't very good, but I got the drift of what she said.
    Τα γερμανικά μου δεν είναι πολύ καλά, αλλά κατάλαβα πάνω-κάτω τι είπε.
ενεστώτας drift
γ΄ ενικό ενεστώτα drifts
αόριστος drifted
παθητική μετοχή drifted
ενεργητική μετοχή drifting

drift (en)

  1. (αμετάβατο, + επίρρημα ή πρόθεση) παρασύρομαι, ξεμακραίνω, ταξιδεύω, περνάω, προχωρώ ομαλά και αργά στο νερό ή στον αέρα
    παράδειγμα  The boat drifted out into the open sea.
    Η βάρκα παρασύρθηκε στ' ανοιχτά.
    παράδειγμα  The two boats slowly drifted apart from each other.
    Οι δύο βάρκες ξεμάκρυναν σιγά-σιγά η μία από την άλλη.
    παράδειγμα  Clouds drifted across the sky.
    Τα σύννεφα ταξίδευαν στον ουρανό.
    παράδειγμα  A cool breeze drifted through the open window.
    Μια δροσερή αύρα πέρασε μέσα από το ανοιχτό παράθυρο.
    παράδειγμα  Sweet smells are drifting across the kitchen.
    Οι μυρουδιές έρχονται με τον αέρα μέσα στην κουζίνα.
     συνώνυμα:  waft (για μυρωδιές)
  2. (αμετάβατο, + επίρρημα ή πρόθεση) περιπλανιέμαι, πέφτω σιγά-σιγά, κινούμαι κάπου σιγά, ολισθαίνω
    παράδειγμα  Her gaze drifted around the room.
    Το βλέμμα της περιπλανήθηκε μέσα στο δωμάτιο.
    παράδειγμα  He drifted into pessimism.
    Έπεσε σιγά-σιγά στην απαισιοδοξία.
    παράδειγμα  He drifted towards the exit.
    Κινήθηκε σιγά προς την έξοδο.
    παράδειγμα  The country is drifting towards bankruptcy.
    Η χώρα ολισθαίνει (τραβάει) προς τη χρεωκοπία.
  3. (αμετάβατο, + επίρρημα ή πρόθεση) περιπλανιέμαι, γυρίζω, ξεφεύγω, παρασύρομαι, κάνω κάτι, κάτι συμβαίνει ή αλλάζω χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο ή σκοπό
    παράδειγμα  She drifts from job to job.
    Περιπλανιέται από/Γυρίζει από δουλειά σε δουλειά.
    παράδειγμα  The conversation drifted into politics.
    Η συζήτηση ξέφυγε προς την πολιτική.
    παράδειγμα  He hasn't decided what to do yet—he's just drifting (along).
    Δεν έχει αποφασίσει ακόμα τι να κάνει — απλώς παρασύρεται/πάει με το ρεύμα.
  4. (αμετάβατο) περιπλανιέμαι, γυρίζω, πηγαίνω από τη μια κατάσταση στην άλλη χωρίς να το καταλάβω
    παράδειγμα  His thoughts drifted back to his childhood.
    Οι σκέψεις του περιπλανήθηκαν στα παιδικά του χρόνια.
    παράδειγμα  Where is your mind drifting to?
    Πού γυρίζει ο νους σου;
  5. (αμετάβατο) παρασύρομαι, για χιόνι ή άμμο που φυσιέται σε μεγάλους σωρούς από τον άνεμο
    παράδειγμα  The snow, blown by the wind, drifted into tall banks.
    Ο αέρας παρέσυρε/φύσηξε το χιόνι κι έφτιαξε ψηλές στοίβες.

Παράγωγα

[επεξεργασία]