Μετάβαση στο περιεχόμενο

waft

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
waft wafts

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

waft < (κληρονομημένο) μέση αγγλική waften

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /wɒft/ (ΗΒ)
ΔΦΑ : /wɑft/ (ΗΠΑ)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

waft (en)

ενεστώτας waft
γ΄ ενικό ενεστώτα wafts
αόριστος wafted
παθητική μετοχή wafted
ενεργητική μετοχή wafting

waft (en)

  • (μεταβατικό και αμετάβατο) έρχομαι με τον αέρα, κινούμαι ή κάνω κάτι να κινηθεί απαλά στον αέρα
    παράδειγμα  sweet smells wafting across a room - μυρουδιές που έρχονται με τον αέρα μέσα σ' ένα δωμάτιο
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη drift