extraction

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

extraction < extract

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

extraction (en)

  1. εξαγωγή ή βγάλσιμο ενός (ολόκληρου) σώματος που βρίσκεται μέσα σε κάποιο άλλο σώμα ή περιοχή
  2. αφαίρεση ή απόσπαση μίας ουσίας που βρίσκεται δεσμευμένη μέσα σε κάτι
    • extraction of Silver from Copper ore
  3. (μεταφορικά) απόσπαση ή απόκτηση
    • extraction of vital informaton from a source
  4. εξόρυξη
  5. η καταγωγή ενός ανθρώπου



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛks.tʁak.sjɔ̃/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
extraction extractions

extraction (fr) θηλυκό

  1. η εξόρυξη