firma

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Εσπεράντο (eo)[edit]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

firma < firm- + -a

Open book 01.svg Επίθετο[edit]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική firma firmaj
αιτιατική firman firmajn

firma (eo)



Πολωνικά (pl) [edit]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική firma firmy
γενική firmy firm
δοτική firmie firmom
αιτιατική firmę firmy
οργανική firmą firmami
τοπική firmie firmach
κλητική firmo firmy

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[edit]

firma 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

firma (pl) θηλυκό

  1. η εταιρεία, η επιχείρηση
    w tym roku podpisał umowę z firmą zagraniczną - φέτος υπέγραψε συμφωνία με μια εταιρεία του εξωτερικού

Συνώνυμα[edit]

Συγγενικές λέξεις[edit]



Τσεχικά (cs)[edit]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[edit]

firma 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

firma (cs) θηλυκό

  1. η εταιρεία, η επιχείρηση
  2. (οικείο) η ταμπέλα με τον τίτλο επιχείρησης