footing

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

footing < foot + -ing

Προφορά[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

footing (en)

  1. μέρος για να ακουμπήσει το πόδι, σταθερή βάση για να σταθείς
    In ascent, every step gained is a footing and help to the next. (Holder)
  2. (μεταφορικά) σταθερή βάση εκκίνησης
    As soon as he had obtained a footing at court, the charms of his manner . . . made him a favorite. Thomas Babington Macaulay.
  3. κατάσταση
    Lived on a footing of equality with nobles. Thomas Babington Macaulay.
  4. πάτημα, βήμα
    Hark, I hear the footing of a man. Shakespeare
  5. (σπάνιο') πατημασιά (ίχνος)
    • 1590, Edmund Spenser, The Faerie Queene, III.vii:
      The Monster swift as word, that from her went, / Went forth in hast, and did her footing trace [...].
  6. η άθροιση (η ενέργεια) και το άθροισμα μιας στήλης αριθμών
  7. η ενέργεια με την οποία προσθέτει κάποιος ένα "πόδι" σε κάτι
  8. είδος δαντέλας
  9. (αρχιτεκτονική) το πέλμα ενός τοίχου
  10. (λογιστική) ο επανέλεγχος των αριθμών κάθετα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fu.tiɳ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

footing (fr)

  1. (παρωχημένο) τζόκιν

Συνώνυμα[επεξεργασία]



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

footing (it) αρσενικό άκλιτο

  1. τζόκιν



Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

footing (es)

  1. τζόκιν, τρέξιμο