hastily

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

hastily < hasty

Επίρρημα[επεξεργασία]

hastily (en)

  • βιαστικά, με βιασύνη (συν.:quickly, fast-η λέξη fast δεν παίρνει -ly, όπως οι υπόλοιπες λέξεις)