hastily

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

hastily < hasty

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

hastily (en)

  • βιαστικά, με βιασύνη (συν.:quickly, fast-η λέξη fast δεν παίρνει -ly, όπως οι υπόλοιπες λέξεις)