honteux

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʔɔ̃.tø/
honteux 

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό honteux honteux
θηλυκό honteuse honteuses

honteux (fr) αρσενικό

  1. αισχρός, επονείδιστος
     συνώνυμα: abject, avilissant, dégradant, déshonorant, ignoble, ignominieux, scandaleux
  2. λέγεται για κάτι για το οποίο αισθανόμαστε ντροπή
  3. λέγεται για κάτι σχετικό με το περίνεο
  4. που νιώθει άσχημα, που λυπάται για κάποια πράξη του
     συνώνυμα: confus, consterné, embarrassé, penaud
  5. (παρωχημένο) ντροπαλός
     συνώνυμα: craintif, timide

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]