Μετάβαση στο περιεχόμενο

humiliating

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός humiliating
συγκριτικός more humiliating
υπερθετικός most humiliating

Επίθετο

[επεξεργασία]

humiliating (en)

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

humiliating (en)