jeté
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- jeté < jeter
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| jeté | jetés |
jeté (fr) αρσενικό
Επίθετο
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | jeté | jetés |
| θηλυκό | jetée | jetées |
jeté (fr)
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]jeté (fr)