jeté

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

jeté < jeter

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʒ(ə)te/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
jeté jetés

jeté (fr) αρσενικό

  1. (άρση βαρών) το ζετέ
  2. (χορογραφία) πήδημα κατά το οποίο ο χορευτής ή η χορεύτρια φεύγει από το έδαφος με το ένα πόδι και ξανακουμπά το έδαφος με το άλλο
  3. (πλεκτό) κλωστή που περνά ανάμεσα σε δύο θηλιές
  4. το σεμεδάκι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό jeté jetés
θηλυκό jetée jetées

jeté (fr)

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

jeté (fr)

  • από το ρήμα jeter

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]